Ανακοινώσεις, Αποφάσεις Δ.Σ.

ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΣ ΔΣΑ ΕΠΙ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΝΟΜΟΥ «ΚΩΔΙΚΑΣ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ»

dsa

Σημαντικές Ειδήσεις

ΑΠΟΦΑΣΗ ΔΣ ΔΣΑ ΕΠΙ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΝΟΜΟΥ «ΚΩΔΙΚΑΣ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗΣ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ»

Ο ΔΣΑ σε σημερινή συνεδρίασή του (13/10/2026) εξέτασε επί της αρχής και κατ’ άρθρον το εισαγόμενο προς ψήφιση σχέδιο νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, με τίτλο «Κώδικας Επίλυσης Εναλλακτικών Διαφορών» και κατά πλειοψηφία διατύπωσε την αντίθεσή του σε αυτό κατά τα κατωτέρω:

 

  1. Επί της αρχής:

  • Παρά την ουσιώδη επί τα βελτίω τροποποίηση πληθώρας διατάξεων σε σχέση με το κατατεθέν στη διαβούλευση σχέδιο, κατ’ αποδοχήν σειράς προτάσεων της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων, το υπό ψήφιση νομοσχέδιο συνιστά μια ακόμη αχρείαστη επιβάρυνση της πολιτικής δίκης με πληθώρα δικονομικών και οικονομικών επιβαρύνσεων, χωρίς κανένα ορατό όφελος για τους διαδίκους και την επιτάχυνση στην απονομή της Δικαιοσύνης.

  • Η οριζόντια διεύρυνση των υπαγομένων στην υποχρεωτική προδικασία διαφορών έλαβε χώρα χωρίς να έχει προηγηθεί συγκεκριμένη έρευνα ως προς το ποσοστό των υποθέσεων που επιλύονται μέσω της προδικασίας και τα ειδικότερα χαρακτηριστικά αυτών.

  • Επιχειρείται βίαιη αλλοίωση του θεσμού της Διαμεσολάβησης που βασίζεται στις αρχές της ιδιωτικής αυτονομίας, εμπιστευτικότητας, και αυτονομίας των συμμετεχόντων και μετατρέπεται σε μία γραφειοκρατικά ναρκοθετημένη διαδικασία που επιτείνει τις ήδη υφιστάμενες παθογένειες της πολιτικής δίκης.

  • Ζητήματα, τέλος, εγείρονται ως προς την αναλογικότητα των συγκεκριμένων ρυθμίσεων (νέων προθεσμιών, κόστους κλπ) σε σχέση με το συνταγματικό δικαίωμα δικαστικής προστασίας, λόγω των διαδικαστικών προσκομμάτων πρόσβασης στον φυσικό δικαστή που πολλαπλασιάζοντας με το υπό κρίσιν σχέδιο νόμου.

 

  1. Ειδικότερα:

Α) Η αντικατάσταση της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης από την εισαγωγική συνεδρία διαμεσολάβησης.

1) Η Υ.Α.Σ. αντικαθίσταται από μία νέα διαδικασία την Εισαγωγική Συνεδρία Διαμεσολάβησης και μάλιστα με δικό της προστάδιο όπου ο ενάγων θα καλεί τον εναγόμενο να επιλέξει μεταξύ Δικαστικής Μεσολάβησης και Διαμεσολάβησης (αρ. 17) και αν αρνηθεί ή δεν απαντήσει τότε η διαφορά υπάγεται στην Εισαγωγική Συνεδρία. Η προσθήκη νέων προθεσμιών και η ύπαρξη πρακτικά δύο προσταδίων αυξάνει την πολυπλοκότητα και τον φόρτο εργασίας των Δικηγόρων, ιδίως του ενάγοντος. 

2) Το εύρος εφαρμογής της Εισαγωγικής  συνεδρίας διαμεσολάβησης. Ο νέος θεσμός θα εφαρμόζεται πλέον και στις περιουσιακές διαφορές, με την εξαίρεση των εργατικών και των υποθέσεων αυτοκινήτων με αξία αντικειμένου κατώτερη των € 60.000 και στην τακτική διαδικασία, ήδη με αξία αντικειμένου της διαφοράς από € 20.000. Θεσπίζεται δηλαδή μια πολύπλοκη και πολυδάπανη διαδικασία για διαφορές χαμηλού περιουσιακού αντικειμένου και μάλιστα όταν ο ίδιος ο νομοθέτης είχε θεσπίσει απλούστερη και συντομότερη διαδικασία για την εκδίκασή τους. Ως προς τις περιουσιακές διαφορές, ακόμη και μισθωτικές με μίσθωμα λίγων εκατοντάδων Ευρώ ή απλές υποθέσεις κοινοχρήστων θα υπάγονται στην ως άνω πολύπλοκη διαδικασία. Ως προς την τακτική διαδικασία, το όριο των € 20.000 είναι εξαιρετικά χαμηλό για μια τέτοια διαδικασία. Η Υ.Α.Σ. εφαρμοζόταν μεν σε υποθέσεις με αντικείμενο € 20.000 αλλά ήταν σαφώς πιο απλή. Τα βάρη για τους διαδίκους, συχνά χαμηλών εισοδημάτων αλλά και τους Δικηγόρους ακόμη και σε απλές διαφορές, στις οποίες θα πρέπει να συντονίσουν και να συμμετέχουν σε μια πολύπλοκη και πολύωρη διαδικασία, είναι προφανή.

3) Η καθ’ αυτή διαδικασία της Εισαγωγικής Συνεδρίας (αρ. 79) πλέον καθιστά τη σχετική διαδικασία ακόμη πιο πολύπλοκη και την παρουσία των μερών πρακτικά υποχρεωτική, πρακτικά εξαλείφοντας ακόμη και τα μικρά περιθώρια παράστασης δια πληρεξουσίου που άφηνε η Υ.Α.Σ. Η δε κρίση για τους λόγους που καθιστούν την αυτοπρόσωπη παρουσία αδύνατη, εναπόκειται στον Διαμεσολαβητή, ο οποίος κατ’ αυτόν τον τρόπο αποκτά δικαιοδοτικό ρόλο και όχι απλά διαπιστωτικό όπως στο ισχύον καθεστώς. Η έλλειψη ευελιξίας ως προς την αυτοπρόσωπη παρουσία και τη δυνατότητα εκπροσώπησης που είχαν διαπιστωθεί στο ισχύον καθεστώς, όχι απλά παραμένουν, αλλά επιτείνονται και ο χαρακτήρας της Διαμεσολάβησης ως μία διαδικασία όπου τα μέρη προσέρχονται ελεύθερα, αλλοιώνεται έτι περαιτέρω.

Περαιτέρω, η Εισαγωγική αυτή συνεδρία πλέον δεν έχει μόνο ενημερωτικό χαρακτήρα και αυτό είναι μία σημαντική δομική αλλαγή. Στην πράξη βέβαια και η ΥΑΣ μπορούσε να μεταπέσει σε συνεδρία διαμεσολάβησης ανάλογα με την περίπτωση, έστω άτυπα και ανάλογα με τη βούληση των μερών. Ο διαμεσολαβητής πλέον θα υποχρεούται – άρα ανεξαρτήτως της βουλήσεως των μερών – να υπεισέλθει στην ουσία της διαφοράς, όπως σε κανονική συνεδρία Διαμεσολάβησης στο ισχύον καθεστώς, με ενεργό ρόλο και κατ’ επέκταση τα μέρη να συμμετέχουν σε μια συνεδρία διαμεσολάβησης χωρίς να έχουν αποφασίσει αν όντως επιθυμούν την υπαγωγή της διαφοράς στο θεσμό. Παρά τη λεκτική ψιμυθίωση, κάθε άλλο παρά εισαγωγική ή συναινετική είναι και η Διαμεσολάβηση καθίσταται υποχρεωτική. Τούτο επιρρωνύεται από το γεγονός ότι πλέον τα μέρη μπορούν να καταλήξουν απευθείας σε συμφωνία (στο προηγούμενο καθεστώς ήταν εφικτό αφού η ΥΑΣ όχι σπάνια μετατρεπόταν σε συνεδρία διαμεσολάβησης άτυπα και τα μέρη υπέγραφαν το συμφωνητικό υπαγωγής της διαφοράς στη διαμεσολάβηση ακόμη και λίγο πριν την υπογραφή της τελικής συμφωνίας). Ωστόσο, αν αυτό αποτελεί τυποποίηση και συγκεκριμενοποίηση μιας ήδη υφιστάμενης δυνατότητας, πλέον στην Εισαγωγική συνεδρία, το υπόμνημα όπως θα λέγεται πια, περιέχει και την έκβαση, αν δηλαδή υπήρξε συμφωνία επί της διαφοράς, αν υπήρξε συμφωνία περί υπαγωγής ή αν δεν υπήρξε συμφωνία, με την πρωτοφανή διαστροφή της φύσης του θεσμού της Διαμεσολάβησης και της πλήρους ανατροπής του συναινετικού και εμπιστευτικού χαρακτήρα της, ο Διαμεσολαβητής να αναφέρεται στη φύση των λόγων για τους οποίους δεν επήλθε συμφωνία (παρ. 11 περ. γ), με όλες τις αρνητικές συνδηλώσεις που μπορεί να περιέχει μια τέτοια «σημείωση» στη μετέπειτα πορεία της υπόθεσης, δικαστικά ή εξώδικα. Η πρακτική συνέπεια θα είναι ο Διαμεσολαβητής αναφερόμενος στους λόγους μη επίτευξης συμφωνίας να παίρνει, έμμεσα ή άμεσα θέση για τη διαπραγματευτική τακτική, τις απόψεις τις θέσεις των μερών. Το δε γεγονός ότι το υπόμνημα αυτό καταλήγει στο Δικαστήριο ενισχύει τον παρεμβατικό κα έμμεσα δικαιοδοτικό χαρακτήρα της διαδικασίας αυτής. Οι επιπτώσεις στο έργο του Δικηγόρου και τις σχέσεις του με τον εντολέα του απτές, αφού πλέον η επιλογή του να συνεχίσει δικαστικά, θα στιγματίζεται.

4) Η μεγαλύτερη όμως αλλαγή έρχεται στο άρθρο 80 όποτε και πλέον η Διαμεσολάβηση όπως τη γνωρίζαμε παύει να υφίσταται και εισερχόμαστε σε έναν καινοφανή και αδοκίμαστο θεσμό στην Ελληνική έννομη τάξη, αυτόν της Διαμεσολάβησης – Διαιτησίας. Εφεξής ο διαμεσολαβητής θα ενεργεί και ως διαιτητής δυνητικά, αν σε συνεδρία διαμεσολάβησης τα μέρη το ζητήσουν, ερμηνευτικά  ακόμη και στην Εισαγωγική Συνεδρία. Παρά την λεκτική ψιμυθίωση και στη συγκεκριμένη διάταξη ότι η πρόταση δεν συνιστά νομική αξιολόγηση, είναι προφανές ότι έμμεσα ο Διαμεσολαβητής παίρνει θέση και μάλιστα επηρεασμένος από όσα εισφέρθηκαν κατά τη συνεδρία, υποτίθεται εμπιστευτικά, τα οποία καλείται να αξιολογήσει και άρα να κρίνει. 

Παρά το γεγονός ότι η πρόταση αυτή του διαμεσολαβητή δεν είναι δεσμευτική και δεν περιλαμβάνει αναφορά σε δηλώσεις των μερών (εκτός εάν φυσικά τα μέρη συναινέσουν) η επιλογή του νομοθέτη η πρόταση αυτή να συνεκτιμηθεί από το Δικαστήριο παραβιάζει τον χρυσό κανόνα της Διαμεσολάβησης πως ό,τι λέγεται στη συνεδρία, μένει στη συνεδρία και πλέον ό,τι ειπωθεί στη συνεδρία μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον του μέρος που το είπε.

Τίθεται εύλογα το ερώτημα ποιος θα διαπραγματευθεί ελεύθερα και δημιουργικά, ποιος θα εκφραστεί ακόμη και προς εκτόνωση συναισθημάτων, ποιος θα προτείνει λύσεις, όταν γνωρίζει ότι όλα αυτά αξιολογούνται και αναγκαστικά κρίνονται.

Η χαριστική βολή όμως στην κλασσική Διαμεσολάβηση, δίδεται με τη συνεκτίμηση της πρότασης από το Δικαστήριο. Το σχέδιο αναφέρει ότι η συνεκτίμηση αφορά αποκλειστικά στη δικαστική δαπάνη. Ωστόσο, όταν το ίδιο το σχέδιο έχει ως κριτήριο την ταύτιση της πρότασης με το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης, ευχερώς γίνεται κατανοητό ότι η πρόταση θα διαδραματίζει ευρύτερο ρόλο στη διαμόρφωση της δικανικής κρίσης.